Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wondering
01
κατάπληκτος, περίεργος
filled with curiosity or amazement, often in response to something unknown or mysterious
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wondering
συγκριτικός βαθμός
more wondering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His wondering gaze lingered on the unfamiliar object, trying to understand its purpose.
Το απορημένο του βλέμμα έμεινε στο άγνωστο αντικείμενο, προσπαθώντας να καταλάβει τον σκοπό του.
Λεξικό Δέντρο
wonderingly
wondering
wonder



























