Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
woebegone
01
θλιμμένος, δυστυχισμένος
sorrowful in appearance, looking very sad or miserable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most woebegone
συγκριτικός βαθμός
more woebegone
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She looked woebegone after hearing the disappointing news.
Φαινόταν κακόμοιρη αφού άκουσε τα απογοητευτικά νέα.
02
φθαρμένο και σπασμένο από σκληρή χρήση, παλιωμένο από σκληρή χρήση
worn and broken down by hard use



























