woebegone
woe
woʊ
ουου
be
μπι
gone
gɑ:n
γκαν
/wˈə‍ʊbɪɡˌɒn/

Ορισμός και σημασία του "woebegone"στα αγγλικά

01

θλιμμένος, δυστυχισμένος

sorrowful in appearance, looking very sad or miserable
Παραδείγματα
The woebegone child clutched his broken toy tightly.
Το θλιμμένο παιδί κρατούσε σφιχτά το σπασμένο του παιχνίδι.
02

φθαρμένο και σπασμένο από σκληρή χρήση, παλιωμένο από σκληρή χρήση

worn and broken down by hard use
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store