Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
woebegone
01
θλιμμένος, δυστυχισμένος
sorrowful in appearance, looking very sad or miserable
Παραδείγματα
The woebegone child clutched his broken toy tightly.
Το θλιμμένο παιδί κρατούσε σφιχτά το σπασμένο του παιχνίδι.
02
φθαρμένο και σπασμένο από σκληρή χρήση, παλιωμένο από σκληρή χρήση
worn and broken down by hard use



























