wizened
wi
ˈwɪ
ουι
zened
zənd
ζανντ
wizen

Ορισμός και σημασία του "wizened"στα αγγλικά

01

ρυτιδωμένος, μαραμένος

(of a person) having loose and wrinkled skin due to old age 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wizened
συγκριτικός βαθμός
more wizened
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
age, appearance, health
Παραδείγματα
The wizened old man sat by the fire, telling stories of his youth with a raspy voice. 

Ο ρυτιδωμένος γέρος κάθισε δίπλα στη φωτιά, λέγοντας ιστορίες από τη νιότη του με βραχνή φωνή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store