wizened
Pronunciation
/ˈwaɪzənd/
wizen

Ορισμός και σημασία του "wizened"στα αγγλικά

01

ρυτιδωμένος, μαραμένος

(of a person) having loose and wrinkled skin due to old age
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wizened
συγκριτικός βαθμός
more wizened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His wizened features were etched with deep lines, each one telling a tale of hardship and resilience.
Τα ρυτιδωμένα χαρακτηριστικά του ήταν χαραγμένα με βαθιές γραμμές, καθεμία από τις οποίες διηγούνταν μια ιστορία δυσκολίας και ανθεκτικότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store