Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wizened
01
ρυτιδωμένος, μαραμένος
(of a person) having loose and wrinkled skin due to old age
Παραδείγματα
His wizened features were etched with deep lines, each one telling a tale of hardship and resilience.
Τα ρυτιδωμένα χαρακτηριστικά του ήταν χαραγμένα με βαθιές γραμμές, καθεμία από τις οποίες διηγούνταν μια ιστορία δυσκολίας και ανθεκτικότητας.



























