Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to withhold
01
κρατώ, κρύβω
to choose not to give or share something
Transitive: to withhold sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
withhold
γ΄ ενικό πρόσωπο
withholds
ενεστώτα μετοχή
withholding
απλός αόριστος
withheld
παθητική μετοχή
withheld
Παραδείγματα
The government withheld certain information for national security reasons.
Η κυβέρνηση κράτησε ορισμένες πληροφορίες για λόγους εθνικής ασφάλειας.
02
κρατώ, αποκρατώ
to subtract a portion of income, typically as taxes, before paying it out
Transitive: to withhold a portion of due payment
Παραδείγματα
The government requires businesses to withhold income tax from employees' wages.
Η κυβέρνηση απαιτεί από τις επιχειρήσεις να κρατούν τον φόρο εισοδήματος από τους μισθούς των υπαλλήλων.
Λεξικό Δέντρο
withholder
withholding
withhold



























