Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wishbone
01
πιρούνι, κόκαλο ευχής
a Y-shaped bone between the neck and breast of a bird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wishbones
Παραδείγματα
He collected wishbones from different birds and displayed them as a unique collection.
Συγκέντρωσε οστά ευχών από διαφορετικά πουλιά και τα έδειξε ως μια μοναδική συλλογή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wishbone
wish
bone



























