Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wise guy
01
εξυπνάκιας, ξερόλας
an individual who consistently seeks to appear more clever than others in a manner that can be bothersome
humorous
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wise guys
Παραδείγματα
OK, wise guy, shut up and listen!
Στις συναντήσεις κάνει πάντα τον εξυπνάκια.



























