Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wise guy
01
εξυπνάκιας, ξερόλας
an individual who consistently seeks to appear more clever than others in a manner that can be bothersome
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wise guys
Παραδείγματα
Stop being a wise guy and answer the question.
Σταμάτα να κάνεις τον εξυπνάκια και απάντα.



























