Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wink at
01
κλείνω το μάτι σε, αγνοώ σκόπιμα
to quietly allow or ignore something wrong or improper without openly admitting approval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
wink
ενεστώτας
wink at
γ΄ ενικό πρόσωπο
winks at
ενεστώτα μετοχή
winking at
απλός αόριστος
winked at
παθητική μετοχή
winked at
Παραδείγματα
The police were accused of winking at corruption in the city.
Η αστυνομία κατηγορήθηκε ότι κλείνει τα μάτια στη διαφθορά στην πόλη.



























