blowhard
blow
ˈbləʊ
blew
hard
hɑ:d
haad

Ορισμός και σημασία του "blowhard"στα αγγλικά

01

κομπαστής, αλαζόνας

a boastful, arrogant, or loud-mouthed person who talks excessively 
blowhard definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blowhards
Παραδείγματα
The blowhard at the party wouldn't stop bragging about his car. 

Ο κομπαστής στο πάρτι δεν σταματούσε να καυχιέται για το αυτοκίνητό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blowhard

blow

+

hard

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store