to blow over
blow
ˈbləʊ
blew
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "blow over"στα αγγλικά

to blow over
01

περνάω, σταδιακά εξαφανίζομαι

to slowly disappear or become less noticeable 
to blow over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow over
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows over
ενεστώτα μετοχή
blowing over
απλός αόριστος
blew over
παθητική μετοχή
blown over
Παραδείγματα
The worry about the project deadline blew over as the team worked diligently. 

Η ανησυχία για την προθεσμία του έργου ξεχάστηκε καθώς η ομάδα εργαζόταν επιμελώς.

02

ρίχνω με φύσημα, κατεδαφίζω με πνοή

to use air to make something fall 
Παραδείγματα
She blew over the tower of blocks with a gentle breath. 

Έριξε τον πύργο από τα κομμάτια με μια απαλή ανάσα.

03

παρασύρομαι από τον άνεμο, ριγώ από τον άνεμο

to be carried by the flow of the wind 
Παραδείγματα
The tree blew over during the severe windstorm. 

Το δέντρο κατέρρευσε κατά τη διάρκεια του σφοδρού ανέμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store