Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Willingness
01
προθυμία, διαθεσιμότητα
the quality of being ready or glad to do something when the time comes or if the need arises
Παραδείγματα
Without the willingness to adapt, progress becomes much harder.
Χωρίς την προθυμία να προσαρμοστεί κανείς, η πρόοδος γίνεται πολύ πιο δύσκολη.
Λεξικό Δέντρο
unwillingness
willingness
willing
will



























