Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wile
01
πανουργία, στρατήγημα
a clever and strategic trick used to deceive or manipulate someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wiles
Παραδείγματα
The spy relied on her clever wiles to gather valuable information without raising suspicion.
Ο κατάσκοπος βασίστηκε στα έξυπνα κόλπα της για να συλλέξει πολύτιμες πληροφορίες χωρίς να προκαλέσει υποψίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wily
wile



























