wile
wile
waɪl
ουαιλ
/wˈa‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "wile"στα αγγλικά

01

πανουργία, στρατήγημα

a clever and strategic trick used to deceive or manipulate someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wiles
Παραδείγματα
The salesman 's persuasive wiles convinced the hesitant customer to make a purchase.
Οι πειστικές πλεκτάνες του πωλητή έπεισαν τον διστακτικό πελάτη να κάνει μια αγορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store