wig
wig
wɪg
ουιγκ
myggigiggrig

Ορισμός και σημασία του "wig"στα αγγλικά

01

περούκα, ψεύτικα μαλλιά

a piece of natural or synthetic hair that is worn on the head 
wig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wigs
Παραδείγματα
She donned a wig to complete her costume for the costume party. 

Φόρεσε μια περούκα για να ολοκληρώσει τη στολή της για το πάρτι μεταμφιέσεων.

02

επίπληξη, μαλώνιασμα

a sharp or angry reprimand, often delivered verbally 
Dialectbritish flagBritish
αργκό
Παραδείγματα
The teacher gave him a wig for being late. 

Ο δάσκαλος του έδωσε μια επίπληξη γιατί άργησε.

01

Ουάου!, Απίστευτο!

used to express amazement, admiration, or excitement 
wig definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
Wig! That outfit is everything. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wigless
wig
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store