Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wienerwurst
01
βιεννέζικο λουκάνικο, βίνερβουρστ
a smooth-textured sausage of minced beef or pork usually smoked; often served on a bread roll
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wienerwursts



























