wife
wife
waɪf
vaif
skyfrifesyphfife

Ορισμός και σημασία του "wife"στα αγγλικά

01

σύζυγος, γυναίκα

the lady you are officially married to 
wife definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
wives
αρσενικό ενικό
husband
θηλυκό ενικό
wife
neutral form
spouse
Παραδείγματα
As a devoted wife, she takes care of the household chores and ensures a comfortable home for her family. 

Ως αφοσιωμένη σύζυγος, φροντίζει για τις οικιακές εργασίες και εξασφαλίζει ένα άνετο σπίτι για την οικογένειά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wifelike
wife
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store