width
Pronunciation
/wɪdθ/ , /wɪtθ/

Ορισμός και σημασία του "width"στα αγγλικά

01

πλάτος, εύρος

the distance of something from side to side
width definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
widths
Παραδείγματα
When buying a rug, consider the width of the room for proper coverage.
Όταν αγοράζετε ένα χαλί, λάβετε υπόψη το πλάτος του δωματίου για την κατάλληλη κάλυψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store