width
width
wɪdθ
vidth

Ορισμός και σημασία του "width"στα αγγλικά

01

πλάτος, εύρος

the distance of something from side to side 
width definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
widths
Παραδείγματα
The width of the river is about 50 meters. 

Το πλάτος του ποταμού είναι περίπου 50 μέτρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store