Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wide-ranging
01
ευρύς, εκτενής
including much
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wide-ranging
συγκριτικός βαθμός
more wide-ranging
διαβαθμίσιμο
02
ευρύς, εκτενής
including or addressing a variety of topics, issues, or subjects
Παραδείγματα
The book offers a wide-ranging exploration of world history, spanning several centuries.
Το βιβλίο προσφέρει μια ευρεία εξερεύνηση της παγκόσμιας ιστορίας, που καλύπτει πολλούς αιώνες.



























