whiteout
white
ˈwaɪt
ουαιτ
out
aʊt
αουτ
white-out

Ορισμός και σημασία του "whiteout"στα αγγλικά

01

χιονοθύελλα, λευκή θύελλα

a meteorological phenomenon characterized by a dense, widespread snowfall that significantly reduces visibility, often resulting in a featureless landscape 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whiteouts
Παραδείγματα
During the whiteout, it was nearly impossible to distinguish the road from the surrounding fields. 

Κατά τη διάρκεια της χιονοθύελλας, ήταν σχεδόν αδύνατο να διακρίνει κανείς το δρόμο από τα γύρω χωράφια.

to whiteout
01

ασπρίζω, εξαφανίζομαι

to lose visibility due to heavy snow, fog, or rain, making surroundings appear uniformly white 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
whiteout
γ΄ ενικό πρόσωπο
whiteouts
ενεστώτα μετοχή
whiteouting
απλός αόριστος
whiteouted
παθητική μετοχή
whiteouted
Παραδείγματα
The hikers had to stop when the storm caused them to whiteout. 

Οι πεζοπόροι έπρεπε να σταματήσουν όταν η καταιγίδα τους προκάλεσε λευκή ομίχλη (απώλεια ορατότητας).

02

διορθώνω με διορθωτικό υγρό, ασπρίζω

to cover text or markings with a liquid correction substance 
Παραδείγματα
He whiteouted the spelling mistake on the report. 

Διόρθωσε το ορθογραφικό λάθος στην έκθεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store