Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whisky sour
01
whisky sour, ξινή ουίσκι
an alcoholic drink made with a mixture of whiskey, sugar, and lime or lemon juice
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whisky sours



























