to whimper
whim
ˈwɪm
vim
per
whisperwhipper

Ορισμός και σημασία του "whimper"στα αγγλικά

to whimper
01

κλαψουρίζω, μονάζω

to make low crying sounds out of fear, pain or sadness 
to whimper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whimper
γ΄ ενικό πρόσωπο
whimpers
ενεστώτα μετοχή
whimpering
απλός αόριστος
whimpered
παθητική μετοχή
whimpered
Παραδείγματα
The puppy whimpered softly as it waited for its owner to return. 

Το κουτάβι κλαψουρίζε απαλά ενώ περίμενε να επιστρέψει ο ιδιοκτήτης του.

01

κλαψούρισμα, θρηνητά

a low crying sound out of fear, pain or sadness 
whimper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whimpers
02

κλαψούρισμα, παράπονο

a complaint uttered in a plaintive whining way 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store