Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whimper
01
κλαψουρίζω, μονάζω
to make low crying sounds out of fear, pain or sadness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whimper
γ΄ ενικό πρόσωπο
whimpers
ενεστώτα μετοχή
whimpering
απλός αόριστος
whimpered
παθητική μετοχή
whimpered
Παραδείγματα
The puppy whimpered softly as it waited for its owner to return.
Το κουτάβι κλαψουρίζε απαλά ενώ περίμενε να επιστρέψει ο ιδιοκτήτης του.
Whimper
01
κλαψούρισμα, θρηνητά
a low crying sound out of fear, pain or sadness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whimpers
02
κλαψούρισμα, παράπονο
a complaint uttered in a plaintive whining way



























