whey
whey
weɪ
vei
prayplieshayobey

Ορισμός και σημασία του "whey"στα αγγλικά

01

ορρός γάλακτος, γαλακτόορρος

the liquid portion of milk that remains after the curds have been separated, commonly used for its nutritional properties 
whey definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheys
Παραδείγματα
The whey leftover from cheese production can be used as a nutritious addition to smoothies. 

Το ορρός που απομένει από την παραγωγή τυριού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως θρεπτική προσθήκη σε σμούθι.

02

ορρός γάλακτος, ουρός

watery part of milk produced when raw milk sours and coagulates 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store