wheezy
whee
ˈwi:
vi
zy
zi
zi

Ορισμός και σημασία του "wheezy"στα αγγλικά

01

σφυριχτός, στριγκός

having a tone of a reed instrument 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wheeziest
συγκριτικός βαθμός
wheezier
διαβαθμίσιμο
02

συριγμός, αναπνευστικός

describing a breath or sound that is difficult and often whistling, commonly due to a respiratory condition such as asthma or a cold 
Παραδείγματα
His wheezy breathing was a sign of his asthma flaring up. 

Η σφυριχτή αναπνοή του ήταν ένα σημάδι ότι το άσθμα του επιδεινώθηκε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store