wheedling
wheed
ˈwi:d
vid
ling
lɪng
ling
wheelingwheezing

Ορισμός και σημασία του "wheedling"στα αγγλικά

01

κολακεία, μαγεύω

the act of persuading someone by using flattery, charm, or gentle teasing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wheedlings
Παραδείγματα
No amount of wheedling could convince him to change his mind. 

Καμία κολακεία δεν μπόρεσε να τον πείσει να αλλάξει γνώμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wheedling
wheedle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store