Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whale
01
φάλαινα, κητώδες
a very large animal that lives in the sea, with horizontal tail fin and a blowhole on top of its head for breathing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whales
Παραδείγματα
The whale's massive tail fin is called a fluke.
Η τεράστια ουρά πτερύγιο της φάλαινας ονομάζεται fluke.
02
γίγαντας, κολοσσός
a very large person; impressive in size or qualities
to whale
01
κυνηγώ φάλαινες, ψαρεύω φάλαινες
hunt for whales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whale
γ΄ ενικό πρόσωπο
whales
ενεστώτα μετοχή
whaling
απλός αόριστος
whaled
παθητική μετοχή
whaled



























