to whack
whack
wæk
vāk
wrack

Ορισμός και σημασία του "whack"στα αγγλικά

to whack
01

χτυπώ, κοπανάω

to strike forcefully with a sharp blow 
Transitive: to whack sth
to whack definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whack
γ΄ ενικό πρόσωπο
whacks
ενεστώτα μετοχή
whacking
απλός αόριστος
whacked
παθητική μετοχή
whacked
Παραδείγματα
He whacked the ball with the racket, sending it soaring over the net. 

Χτύπησε την μπάλα με το ρακέτο, στελνοντάς την να πετάξει πάνω από το δίχτυ.

01

δυνατό χτύπημα, έντονο χτύπημα

the act of hitting vigorously 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whacks
02

χτύπημα, κτύπος

the sound made by a sharp swift blow 
03

μια προσπάθεια, μια απόπειρα

an attempt, try, or turn at something 
αργκό
Παραδείγματα
C'mon, take a whack at finishing the proposal. 

Έλα, δοκίμασε να τελειώσεις την πρόταση.

Λεξικό Δέντρο

whacked
whacker
whacking
whack
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store