whack
whack
wæk
ουαικ
/wæk/

Ορισμός και σημασία του "whack"στα αγγλικά

to whack
01

χτυπώ, κοπανάω

to strike forcefully with a sharp blow
Transitive: to whack sth
to whack definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whack
γ΄ ενικό πρόσωπο
whacks
ενεστώτα μετοχή
whacking
απλός αόριστος
whacked
παθητική μετοχή
whacked
Παραδείγματα
If the computer freezes, she will likely whack the keyboard in frustration.
Αν ο υπολογιστής παγώσει, πιθανότατα θα χτυπήσει το πληκτρολόγιο με απογοήτευση.
01

δυνατό χτύπημα, έντονο χτύπημα

the act of hitting vigorously
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whacks
02

χτύπημα, κτύπος

the sound made by a sharp swift blow
03

μια προσπάθεια, μια απόπειρα

an attempt, try, or turn at something
Slang
Παραδείγματα
The intern took a whack at drafting the presentation slides.
Ο πρακτικάριος έκανε μια προσπάθεια να συντάξει τις διαφάνειες της παρουσίασης.

Λεξικό Δέντρο

whacked
whacker
whacking
whack
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store