Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weltanschauung
01
κοσμοθεωρία, αντίληψη του κόσμου
a person's overall philosophical perspective or worldview
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weltanschauungen
Παραδείγματα
Enlightenment brought shifts in weltanschauung.
Ο Διαφωτισμός έφερε αλλαγές στην weltanschauung.



























