weltanschauung
Pronunciation
/wˈɛltɐnstʃˌɔːʌŋ/

Ορισμός και σημασία του "weltanschauung"στα αγγλικά

Weltanschauung
01

κοσμοθεωρία, αντίληψη του κόσμου

a person's overall philosophical perspective or worldview
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weltanschauungen
Παραδείγματα
Enlightenment brought shifts in weltanschauung.
Ο Διαφωτισμός έφερε αλλαγές στην weltanschauung.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store