well-ordered
well
wɛl
vel
or
ɔ:
aw
dered
dəd
dēd

Ορισμός και σημασία του "well-ordered"στα αγγλικά

well-ordered
01

καλά διατεταγμένο, σωστά διατεταγμένο

ordered well 
well-ordered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-ordered
συγκριτικός βαθμός
better-ordered
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store