Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-ordered
01
καλά διατεταγμένο, σωστά διατεταγμένο
ordered well
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-ordered
συγκριτικός βαθμός
better-ordered
διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καλά διατεταγμένο, σωστά διατεταγμένο