well-ordered
well
ˈwɛl
ουελ
or
ɔr
ορ
dered
dɜrd
ντερρντ
/wˈɛlˈɔːdəd/

Ορισμός και σημασία του "well-ordered"στα αγγλικά

well-ordered
01

καλά διατεταγμένο, σωστά διατεταγμένο

ordered well
well-ordered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-ordered
συγκριτικός βαθμός
better-ordered
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store