Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weeping willow
01
κλαυθμυρίζουσα ιτιά, ιτιά που κλαίει
a type of tree that grows near water with long branches and leaves reaching to the ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weeping willows
Παραδείγματα
She loved sitting under the weeping willow, enjoying the serene ambiance and the gentle rustling of its leaves.
Αγαπούσε να κάθεται κάτω από τη κλαίουσα ιτιά, απολαμβάνοντας την γαλήνια ατμόσφαιρα και το απαλό θρόισμα των φύλλων της.



























