week
week
wi:k
vik
weakwakewick

Ορισμός και σημασία του "week"στα αγγλικά

01

εβδομάδα

a period of time that is made up of seven days in a calendar 
week definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
weeks
Παραδείγματα
He tries to exercise at least three times a week. 

Προσπαθεί να ασκείται τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα.

02

εβδομάδα, επτά συνεχόμενες ημέρες

any period of seven consecutive days 
03

εργασιακή εβδομάδα, εβδομάδα

hours or days of work in a calendar week 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

weekly
weekly
weekly
week
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store