weed out
weed
wi:d
ουηντ
out
aʊt
αουτ
/wˈiːd ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "weed out"στα αγγλικά

to weed out
01

αποκλείω, φιλτράρω

to identify and remove undesirable or unnecessary elements from a group, collection, or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
weed
ενεστώτας
weed out
γ΄ ενικό πρόσωπο
weeds out
ενεστώτα μετοχή
weeding out
απλός αόριστος
weeded out
παθητική μετοχή
weeded out
Παραδείγματα
The committee ’s goal is to weed out proposals that lack feasibility or clear objectives.
Ο στόχος της επιτροπής είναι να απομακρύνει προτάσεις που στερούνται εφικτότητας ή σαφών στόχων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store