Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weed out
01
αποκλείω, φιλτράρω
to identify and remove undesirable or unnecessary elements from a group, collection, or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
weed
ενεστώτας
weed out
γ΄ ενικό πρόσωπο
weeds out
ενεστώτα μετοχή
weeding out
απλός αόριστος
weeded out
παθητική μετοχή
weeded out
Παραδείγματα
The hiring process is designed to weed out unqualified candidates before the interview stage.
Η διαδικασία πρόσληψης έχει σχεδιαστεί για να αποκλείει μη καταλλήλους υποψηφίους πριν από το στάδιο της συνέντευξης.



























