Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weed out
01
αποκλείω, φιλτράρω
to identify and remove undesirable or unnecessary elements from a group, collection, or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
weed
ενεστώτας
weed out
γ΄ ενικό πρόσωπο
weeds out
ενεστώτα μετοχή
weeding out
απλός αόριστος
weeded out
παθητική μετοχή
weeded out
Παραδείγματα
The committee ’s goal is to weed out proposals that lack feasibility or clear objectives.
Ο στόχος της επιτροπής είναι να απομακρύνει προτάσεις που στερούνται εφικτότητας ή σαφών στόχων.



























