website
web
ˈwɛb
ουεμπ
site
saɪt
σαιτ
web site

Ορισμός και σημασία του "website"στα αγγλικά

01

ιστοσελίδα, δικτυακός τόπος

a group of related data on the Internet with the same domain name published by a specific individual, organization, etc. 
website definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
websites
Παραδείγματα
I bookmarked the website for future reference. 

Έβαλα τον ιστοτόποπο σελιδοδείκτη για μελλοντική αναφορά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

website

web

+

site

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store