wedded
we
ˈwɛ
ve
dded
dɪd
did
wedged

Ορισμός και σημασία του "wedded"στα αγγλικά

01

παντρεμένος, ενωμένος με γάμο

having been taken in marriage 
wedded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
marriage, relationship, status

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unwedded
wedded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store