Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wedded
01
παντρεμένος, ενωμένος με γάμο
having been taken in marriage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unwedded
wedded
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παντρεμένος, ενωμένος με γάμο
Λεξικό Δέντρο