Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wed
01
παντρεύομαι, συνενωθώ σε γάμο
to legally become someone's wife or husband
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wed
γ΄ ενικό πρόσωπο
weds
ενεστώτα μετοχή
wedding
απλός αόριστος
wedded
παθητική μετοχή
wedded
Παραδείγματα
The childhood sweethearts finally we d in a traditional ceremony.
Οι παιδικοί έρωτες τελικά παντρεύτηκαν σε μια παραδοσιακή τελετή.
02
παντρεύω, ενώνω
to unite two people in marriage through a formal ceremony
Transitive: to wed a couple
Παραδείγματα
The officiant will we d the two in front of a crowd of over 200 guests.
Ο αξιωματούχος θα παντρέψει τα δύο άτομα μπροστά σε ένα πλήθος πάνω από 200 καλεσμένων.
Wed
01
Τετάρτη, η τέταρτη ημέρα της εβδομάδας
the fourth day of the week; the third working day
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
κύριο
wed
01
παντρεμένος, ενωμένος
having been taken in marriage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wed
συγκριτικός βαθμός
more wed
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
wedding
wed



























