Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blossom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blossoms
Παραδείγματα
The cherry tree was covered in delicate pink blossoms, creating a stunning display in the garden.
Η κερασιά ήταν καλυμμένη με λεπτά ροζ λουλούδια, δημιουργώντας μια εντυπωσιακή εικόνα στον κήπο.
02
ακμή, άνθιση
a period of peak prosperity or productivity
Παραδείγματα
The company reached its blossom in the 1990s.
Η εταιρεία έφτασε στο αποκορύφωμά της τη δεκαετία του 1990.
to blossom
01
ανθίζω, εκβάλλω
(of a plant) to bear flowers, especially flowers that are not fully open
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blossom
γ΄ ενικό πρόσωπο
blossoms
ενεστώτα μετοχή
blossoming
απλός αόριστος
blossomed
παθητική μετοχή
blossomed
Παραδείγματα
The cherry trees in the park blossomed with delicate pink flowers in the spring.
Οι κερασιές στο πάρκο άνθισαν με λεπτά ροζ λουλούδια την άνοιξη.
02
ανθίζω, ακμάζω
to start to be healthier, more successful, or confident
Intransitive
Παραδείγματα
Over the summer, she began to blossom into a confident and articulate young woman.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, άρχισε να ανθίζει σε μια σίγουρη και ευφραδή νεαρή γυναίκα.



























