blooming
bloo
ˈblu:
bloo
ming
mɪng
ming
blockingblossomingbloggingbooming

Ορισμός και σημασία του "blooming"στα αγγλικά

01

άνθιση, ανθοφορία

the organic process of bearing flowers 
blooming definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bloomings
01

κατάρατος, παλιο

informal intensifiers 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store