Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blooming
01
άνθιση, ανθοφορία
the organic process of bearing flowers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bloomings
blooming
01
κατάρατος, παλιο
informal intensifiers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
intensification, speech
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blooming
bloom



























