weather-worn
wea
ve
ther
ðə
dhē
worn
wɔ:n
vawn
weatherworn

Ορισμός και σημασία του "weather-worn"στα αγγλικά

weather-worn
01

καταστραμμένο από τον καιρό, αλλαγμένο από το χρόνο

eroded, altered, or deteriorated due to prolonged exposure to the weather 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weather-worn
συγκριτικός βαθμός
more weather-worn
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The weather-worn gravestone’s inscriptions were barely visible after years of exposure. 

Οι επιγραφές στον κατεστραμμένο από τον καιρό ταφόπετρα ήταν μόλις ορατές μετά από χρόνια έκθεσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store