weary
wea
ˈwɪə
vie
ry
ri
ri
tittytearyeeriebeery

Ορισμός και σημασία του "weary"στα αγγλικά

01

κουρασμένος, εξαντλημένος

feeling or displaying deep exhaustion 
weary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
weariest
συγκριτικός βαθμός
wearier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After a long day of hiking, he felt weary and ready to rest. 

Μετά από μια μακριά μέρα πεζοπορίας, ένιωθε κουρασμένος και έτοιμος να ξεκουραστεί.

to weary
01

κουράζομαι, εξαντλούμαι

exhaust or get tired through overuse or great strain or stress 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
weary
γ΄ ενικό πρόσωπο
wearies
ενεστώτα μετοχή
wearying
απλός αόριστος
wearied
παθητική μετοχή
wearied
02

κουράζομαι, βαρεθήκα

lose interest or become bored with something or somebody 

Λεξικό Δέντρο

unweary
wearily
weariness
weary
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store