Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
weariest
συγκριτικός βαθμός
wearier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The weary students struggled to stay focused during the last lecture of the day.
Οι κουρασμένοι φοιτητές αγωνίστηκαν να παραμείνουν συγκεντρωμένοι κατά τη διάρκεια της τελευταίας διάλεξης της ημέρας.
to weary
01
κουράζομαι, εξαντλούμαι
exhaust or get tired through overuse or great strain or stress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
weary
γ΄ ενικό πρόσωπο
wearies
ενεστώτα μετοχή
wearying
απλός αόριστος
wearied
παθητική μετοχή
wearied
02
κουράζομαι, βαρεθήκα
lose interest or become bored with something or somebody
Λεξικό Δέντρο
unweary
wearily
weariness
weary



























