weary
Pronunciation
/ˈwɪɹi/

Ορισμός και σημασία του "weary"στα αγγλικά

01

κουρασμένος, εξαντλημένος

feeling or displaying deep exhaustion
weary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
weariest
συγκριτικός βαθμός
wearier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The weary students struggled to stay focused during the last lecture of the day.
Οι κουρασμένοι φοιτητές αγωνίστηκαν να παραμείνουν συγκεντρωμένοι κατά τη διάρκεια της τελευταίας διάλεξης της ημέρας.
to weary
01

κουράζομαι, εξαντλούμαι

exhaust or get tired through overuse or great strain or stress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
weary
γ΄ ενικό πρόσωπο
wearies
ενεστώτα μετοχή
wearying
απλός αόριστος
wearied
παθητική μετοχή
wearied
02

κουράζομαι, βαρεθήκα

lose interest or become bored with something or somebody

Λεξικό Δέντρο

unweary
wearily
weariness
weary
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store