Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wear out
01
φθείρω, καταστρέφω
to cause something to lose its functionality or good condition over time or through extensive use
Transitive: to wear out sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
wear
ενεστώτας
wear out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wears out
ενεστώτα μετοχή
wearing out
απλός αόριστος
wore out
παθητική μετοχή
worn out
Παραδείγματα
The frequent washing and drying wore the delicate fabric of the dress out.
Το συχνό πλύσιμο και στεγνώμα φθορίσαν το λεπτό ύφασμα του φορέματος.
02
κουράζω, εξαντλώ
to make someone tired because of strain or stress
Transitive: to wear out sb/sth
Παραδείγματα
Do n't wear yourself out by working too many hours without breaks.
Μην κουράζετε τον εαυτό σας δουλεύοντας πολλές ώρες χωρίς διαλείμματα.
03
φθείρω, τρίβω
to become ripped over time, due to continuous use
Intransitive
Παραδείγματα
After decades of use, the antique furniture is starting to wear out and show signs of age.
Μετά από δεκαετίες χρήσης, τα αντίκα έπιπλα αρχίζουν να φθείρονται και να δείχνουν σημάδια γήρανσης.



























