Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wear down
01
ξεκοιλιάζω, κουράζω
to slowly weaken someone's emotional or mental strength over time, often due to continuous pressure or challenges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
wear
ενεστώτας
wear down
γ΄ ενικό πρόσωπο
wears down
ενεστώτα μετοχή
wearing down
απλός αόριστος
wore down
παθητική μετοχή
worn down
Παραδείγματα
Dealing with chronic pain can wear a person down emotionally and physically.
Η αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου μπορεί να κουράσει ένα άτομο συναισθηματικά και σωματικά.
02
φθείρομαι, καταστρέφομαι
to become damaged through regular use
Παραδείγματα
The repetitive use of the keyboard can wear down the letters on the keys.
Η επαναλαμβανόμενη χρήση του πληκτρολογίου μπορεί να φθείρει τα γράμματα στα πλήκτρα.



























