waxy
wax
ˈwæk
vāk
y
si
si
taximaxi
waxier

Ορισμός και σημασία του "waxy"στα αγγλικά

01

ευεπηρέαστος, επηρεάσιμος

easily impressed or influenced 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
waxiest
συγκριτικός βαθμός
waxier
διαβαθμίσιμο
02

κερινός, καλυμμένος με κερί

made of or covered with wax 
03

κηρώδης, σαν κερί

having a smooth, glossy, and somewhat slippery or greasy texture resembling wax 
Παραδείγματα
The candle had a waxy surface that melted slowly and evenly. 

Το κερί είχε μια κεριά επιφάνεια που έλιωνε αργά και ομοιόμορφα.

04

εύκαμπτος, καμπτός

capable of being bent or flexed or twisted without breaking 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store