Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
waxy
01
ευεπηρέαστος, επηρεάσιμος
easily impressed or influenced
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
waxiest
συγκριτικός βαθμός
waxier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, personality
02
κερινός, καλυμμένος με κερί
made of or covered with wax
03
κηρώδης, σαν κερί
having a smooth, glossy, and somewhat slippery or greasy texture resembling wax
Παραδείγματα
The candle had a waxy surface that melted slowly and evenly.
Το κερί είχε μια κεριά επιφάνεια που έλιωνε αργά και ομοιόμορφα.
04
εύκαμπτος, καμπτός
capable of being bent or flexed or twisted without breaking
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
waxiness
waxy
wax



























