Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waverer
01
αποφασιστικός, διστακτικός
one who is incapable of making any decisions due to fear or uncertainty, particularly in an election
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waverers



























