Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wattle
01
πτερύγιο, χρωματιστός λοβός
a colorful and usually red lobe that hangs from the head or neck of a bird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wattles
02
πλέγμα κλαδιών, κατασκευή από κλαδιά
a construction method where woven branches or twigs are used to create a framework for walls or fences
03
ακακία, μιμόζα
any of various Australasian trees yielding slender poles suitable for wattle
to wattle
01
πλέκω για να σχηματίσω ένα φράχτη, υφαίνω για να φτιάξω ένα πλέγμα
interlace to form wattle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wattle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wattles
ενεστώτα μετοχή
wattling
απλός αόριστος
wattled
παθητική μετοχή
wattled
02
χτίζω με πλέγμα, οικοδομώ με πλεγμένους κλάδους
build of or with wattle



























