Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Watchdog
01
σκυλί φύλακας, φύλακας
a dog that is used to keep watch on a place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
watchdogs
02
φύλακας, προστάτης
a guardian or defender against theft or illegal practices or waste
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
watchdog
watch
dog



























