Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wastefully
01
σπάταλα, αποκλειστικά
in a way that uses more resources, money, or materials than necessary
Παραδείγματα
She managed her time wastefully and missed important deadlines.
Διεύθυνε τον χρόνο της σπατάλα και έχασε σημαντικές προθεσμίες.
Λεξικό Δέντρο
wastefully
wasteful
waste



























