Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wasteful
01
σπάταλος, αποκρουστικός
(of a person or thing) using more resources, time, or money than is necessary or appropriate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wasteful
συγκριτικός βαθμός
more wasteful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Leaving the lights on all night was considered wasteful by the environmentally-conscious family.
Η αφή των φώτων αναμμένα όλη τη νύχτα θεωρήθηκε σπάταλη από την οικογένεια που έχει περιβαλλοντική συνείδηση.
02
καταστροφικός, εξοντωτικός
laying waste
Λεξικό Δέντρο
wastefully
wastefulness
wasteful
waste



























