wasteful
was
ˈweɪs
veis
teful
tfəl
tfēl
tastefuldistasteful

Ορισμός και σημασία του "wasteful"στα αγγλικά

01

σπάταλος, αποκρουστικός

(of a person or thing) using more resources, time, or money than is necessary or appropriate 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wasteful
συγκριτικός βαθμός
more wasteful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was criticized for her wasteful spending habits, often buying things she didn't need. 

Κριτικήθηκε για τις σπάταλες συνήθειες δαπανών της, αγοράζοντας συχνά πράγματα που δεν χρειαζόταν.

02

καταστροφικός, εξοντωτικός

laying waste 

Λεξικό Δέντρο

wastefully
wastefulness
wasteful
waste
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store