Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wasteful
01
σπάταλος, αποκρουστικός
(of a person or thing) using more resources, time, or money than is necessary or appropriate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wasteful
συγκριτικός βαθμός
more wasteful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was criticized for her wasteful spending habits, often buying things she didn't need.
Κριτικήθηκε για τις σπάταλες συνήθειες δαπανών της, αγοράζοντας συχνά πράγματα που δεν χρειαζόταν.
02
καταστροφικός, εξοντωτικός
laying waste
Λεξικό Δέντρο
wastefully
wastefulness
wasteful
waste



























