washy
wa
ˈwɒ
vo
shy
ʃi
shi
squashy

Ορισμός και σημασία του "washy"στα αγγλικά

01

ξεθωριασμένος, ξεβάμμένος

having a faded appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
washiest
συγκριτικός βαθμός
washier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, appearance, perception
Παραδείγματα
The washy colors of the fabric gave it a soft, vintage feel, perfect for the casual design. 

Τα ξεθωριασμένα χρώματα του υφάσματος του έδωσαν μια απαλή, βιντεοσκοπική αίσθηση, ιδανική για το χαλαρό σχέδιο.

02

υπερβολικά αραιωμένο, λεπτό και άνοστο

overly diluted; thin and insipid 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

washy
wash
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store