Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Washout
01
αποτυχία, φιάσκο
a complete or disappointing failure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
washouts
Παραδείγματα
The game was a washout and ended without a single goal.
Το παιχνίδι ήταν μια ολοκληρωτική αποτυχία και τελείωσε χωρίς ούτε ένα γκολ.
1.1
ακύρωση, αποτυχία
an event, action, etc. that is stopped or ruined due to raining
02
αποτυχημένος, αποτυχία
someone who is unsuccessful
03
ξέπλυμα, διάβρωση
* a situation in which the ground has been damaged by rain or a flood
04
διάβρωση, κατάντη από διάβρωση
the channel or break produced by erosion of relatively soft soil by water
Λεξικό Δέντρο
washout
wash
out



























