warrior
wa
ˈwɒ
vo
rrior
əri
ēri
worrier

Ορισμός και σημασία του "warrior"στα αγγλικά

01

πολεμιστής, μαχητής

someone engaged in or experienced in warfare 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
warriors

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

warriorlike
warrior
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store