Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Warrior
01
πολεμιστής, μαχητής
someone engaged in or experienced in warfare
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
warriors
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
warriorlike
warrior



























